Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

ΔΙΑΡΡΟΕΣ








Κι όμως, ζείς για να ματαιώνεις την ζωή. Για να γεννάς εξωσωματικές αντιρρήσεις, για να υπονομεύεις την ευτυχία σου, για να διορίζεις παράνομα τα όνειρα αλήθεια και το αντίστροφο. Συμπεράσματα έρχονται να διαφημίσουν το παρελθόν σου, σε νέους χρόνους, που οι επικείμενες αποκαλύψεις θα σε βγάζουν τρελό. Διαμαρτύρεσαι για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του υποσυνείδητου να εμφανιστεί μέσα απο φόρμες και χρώματα. Οι εξελίξεις γίνονται τίτλοι, η αγανάκτηση δημιουργία και προσφορά. Απο το κάτω επίπεδο βρίσκεσαι στο επάνω και καταλήγεις να αρκείσαι, ενθαρρύνοντας τον εαυτό σου που για άλλη μια φορά διάλεξε να δει την μορφή του, μέσα απο κάποιον καθρέφτη.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

ΕΚΕΙ





Ξυπνάς. Πρέπει να ζήσεις. Το κεφάλι της  Μέδουσας  μπερδεμένο στα πόδια σου. Αίμα. Βγήκαν από μέσα σου φίδια και σ` έδεσαν. Το ποτήρι με το νερό το βλέπεις. Στην θέση του. Δίπλα σου. Τα γράμματα εκεί. Κάπου εκεί. Εκεί που τα έχεις κρύψει. Έξω. Ζέστη και βροχή. Βλέπεις απ` τις γρίλιες. Τα όνειρα ήρθαν και έφυγαν. Επέζησες. Ξύπνησες. Έπρεπε να με θυμάσαι. Με θυμόσουν. Το κεφάλι της Μέδουσας και τα πόδια σου. Ένα. Αμετάβλητα χαρακτηριστικά. Κομμένα εντός τα πάντα. Ξυπνάς. Ζητάς. Αναζητάς. Πονάς. Ακούς τη βρύση στο μπάνιο να στάζει. Το δωμάτιο στενό. Κι όμως. Ξυπνάς. Αναζητάς τα γυαλιά σου. Πονάς. Πρέπει. Επειδή ξύπνησες. Πρέπει. Επειδή με θυμάσαι. Τα όνειρα. Βρέχει. Ακούς την πόρτα να κλειδώνει. Κλαίς. Ακούς την βρύση που στάζει. Το ποτήρι. Πονάς. Ψάχνεις φωτιά. Στα πόδια σου κόκκινη μπογιά. Στα χέρια σου. Παιδιά. Ξυπνάς. Δεν μπορείς να πας πουθενά. 

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ





Κοιμόμουν.
Αφηνόμουν ξένη 
στην πλάνη του χρώματος.
Αντιστεκόμουν
στην άκληρη γη
που μ` ανάγκαζε να την γνωρίσω.
Γεννιόμουν 
ξανά και ξανά 
απ` την μάνα του απείρου.
Κρατιόμουν
από μια ξεχαρβαλωμένη χειρολαβή
της θύμησης.
Πλενόμουν 
σ`έναν ηλιόλουστο ποταμό
εγωισμού.
Κοιμόμουν
σκεπασμένη απ` το χέρι 
του Χρόνου
μα όποτε το άγγιζα
χανόμουν
από προσώπου γης.


                                    March 2, 2012

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

ΔΕΞΑΜΕΝΗ





Δεν ζω τις νύχτες. 
Το πρωί μεθάω με τις στάχτες μου.
Ψάχνω την ξεχασμένη μου εφηβεία
να με σκεπάσει.
Λόγω ψύχρας.
Κρεμάω στο λαιμό μου χρώματα.
Φοράω γυαλιά,
για να σταματήσω να γράφω ποιήματα.
Ισορροπώ ανάμεσα σε υδρορροές
που στάζουν αίμα και άστρα.
Η μόνη μου βεβαιότητα
η λαιμαργία του Έρωτα
που θα με καταβροχθίσει.
Χωρίς όνομα.
Χωρίς ταυτότητα.

                                                                 February 19, 2012